Γούνα και περιβάλλον

Ο κλάδος της γούνας συνηθίζει να αυτοπαρουσιάζεται ως μια «πράσινη» και αειφορική βιομηχανία. Συχνά η γούνα παρουσιάζεται ως «φυσικό» προϊόν, αλλά στην πραγματικότητα μέχρι να δημιουργηθεί το τελικό προϊόν, απαιτείται πολλή επεξεργασία, μεταφορά σε μεγάλες αποστάσεις και προσμείξεις ουσιών.

Όταν το δέρμα ενός ζώου αφαιρεθεί, θα σαπίσει σύντομα, εκτός εάν υποστεί χημική επεξεργασία. Χημικές ουσίες όπως η φορμαλδεΰδη και το χρώμιο, είναι αναγκαίες για να αποτραπεί η σήψη του δέρματος των ζώων. Καθώς η γούνα αποτελεί μέρος ενός νεκρού ζώου, χρειάζεται προστασία από τις επιθέσεις φυσικών παραγόντων αποσύνθεσης, όπως τα έντομα, τα βακτήρια και οι μύκητες.

Για την επεξεργασία και την προστασία των ακατέργαστων δερμάτων, χρησιμοποιείται ένα κοκτέιλ επικίνδυνων τοξικών ουσιών. Μέσα σε αυτές περιλαμβάνονται τασιοενεργές ουσίες, λίπη, διαλύτες, οξέα, τανίνες, βιοκτόνα, μυκητοκτόνα, χρωστικές ουσίες και λευκαντικά. Οι εργαζόμενοι στον κλάδο της γούνας βρίσκονται σε κίνδυνο οξείων και χρόνιων επιπτώσεων, οι οποίες κυμαίνονται από παθήσεις του δέρματος και ερεθισμό των ματιών μέχρι καρκίνους και θάνατο. Στους κινδύνους για το περιβάλλον περιλαμβάνεται και η τοξικότητα απέναντι στους υδρόβιους οργανισμούς, καθώς και η ατμοσφαιρική ρύπανση. Μεγάλο μέρος της μεταποιητικής βιομηχανίας γούνας έχει κινηθεί προς αναπτυσσόμενες χώρες όπως η Κίνα, λόγω των χαμηλότερων περιβαλλοντικών προτύπων και του φτηνού εργατικού δυναμικού.

Έρευνες έχουν δείξει ότι οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις από την παραγωγή ενός παλτού από φυσική γούνα είναι μεγαλύτερες από εκείνες της παραγωγής μιας συνθετικής γούνας. Τα προϊόντα αληθινής γούνας καταναλώνουν περισσότερους ενεργειακούς πόρους από όσους καταναλώνουν εκείνες που είναι κατασκευασμένες από συνθετικά υλικά. Ο ισχυρισμός ότι η γούνα είναι «πράσινη» διαψεύτηκε έντονα από τα ευρήματα μελέτης πάνω στις περιβαλλοντικές επιπτώσεις της παραγωγής γούνας από μινκ. Ολλανδοί ερευνητές από το CE Delft εκπόνησαν μια «αποτίμηση κύκλου ζωής» της γούνας, η οποία μελέτησε την αλυσίδα της γουνοπαραγωγής από την παραγωγή τροφής για τα μινκ μέχρι την παραγωγή 1 κιλού γούνας έτοιμη για χρήση από τον τομέα μεταποίησης. Η μελέτη έλαβε υπόψη 18 διαφορετικά περιβαλλοντικά θέματα ώστε να καταστεί δυνατό να ποσοτικοποιηθούν οι επιπτώσεις της παραγωγικής διαδικασίας. Επιπρόσθετα, συνέκρινε τον αντίκτυπο της γούνας των μινκ και κάποιων κοινών υφασμάτων, προερχόμενα από υλικά όπως το βαμβάκι, το μαλλί, τα ακρυλικά και τα πολυεστερικά υφάσματα.

Αυτή η μελέτη διαπίστωσε ότι σε σύγκριση με τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα, η γούνα έχει μεγαλύτερο αντίκτυπο στα 17 από τα 18 περιβαλλοντικά θέματα, στα οποία συμπεριλαμβάνεται η κλιματική αλλαγή, ο ευτροφισμός και οι τοξικές εκπομπές. Σε όλες σχεδόν τις περιπτώσεις η γούνα βρέθηκε σε πολύ χειρότερα επίπεδα από τα υφάσματα, ακόμα και όταν λαμβάνονται υπόψη οι χαμηλότερες πιθανές τιμές στα διάφορα στάδια της αλυσίδας παραγωγής.

Επιπρόσθετοι παράγοντες που συμβάλουν σημαντικά στις συνολικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις της γούνας από μινκ είναι οι εκπομπές υποξειδίου του αζώτου (N2O) και αμμωνίας (NH3) από τα περιττώματα των μινκ. Αυτές οι εκπομπές συμβάλλουν κυρίως στην οξύνιση και στο σχηματισμό αιωρούμενων σωματιδίων. Ο αντίκτυπος που έχει στην κλιματική αλλαγή 1kg γούνας μινκ είναι 5 φορές μεγαλύτερος από την τιμή του πιο επιβαρυντικού υφάσματος (μαλλί). Αυτό οφείλεται τόσο στις ζωοτροφές όσο και στις εκπομπές N2O από τα περιττώματα των μινκ.

Η εκτροφή γουνοφόρων ζώων και η υποβάθμιση του περιβάλλοντος από τα εκτροφεία, δημιουργεί σημαντικά προβλήματα στις τοπικές κοινωνίες και συχνά οι κάτοικοι αντιδρούν. Κάτοικοι στην Πολωνία, ξεσηκώθηκαν και κατάφεραν να εμποδίσουν την ίδρυση εκτροφείου. Μπορείτε να παρακολουθήσετε το βίντεο επιλέγοντας ελληνικούς υπότιτλους.

Το ντοκιμαντέρ The Farm In My Backyard από το WeAnimalsMedia, περιγράφει τις επιπτώσεις της εκτροφής μινκ στο περιβάλλον στην επαρχία Nova Scotia στον Καναδά.

Η παραγωγή γούνας θέτει επίσης σε κίνδυνο άλλους κλάδους, όπως την αγροτική παραγωγή και τον τουρισμό και μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα στην άρδευση των καλλιεργειών. Η εκτροφή μινκ αποτελεί μορφή εντατικής εκτροφής με όλα τα περιβαλλοντικά προβλήματα που την χαρακτηρίζουν (απόβλητα εκτροφείων, μύγες, οσμές κτλ.), ενώ οι επιχειρήσεις επεξεργασίας γουνοδερμάτων χρησιμοποιούν ουσίες εξαιρετικά επικίνδυνες τόσο για την υγεία των κατοίκων όσο και του ευρύτερου οικοσυστήματος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η εμφάνιση της ουσίας τριχλωρο-τετραχλωρο αιθένιο στο νερό του οικισμού Δισπηλιό στην Καστοριά, με αποτέλεσμα να επιβληθούν περιορισμοί στη χρήση του από τη Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης Καστοριάς. Σύμφωνα με τις αρμόδιες υπηρεσίες, οι ρυπαντές προέρχονταν από μονάδες επεξεργασίας γουνοδερμάτων. Κατόπιν ελέγχων, βρέθηκε ότι πολλές επιχειρήσεις παραβιάζουν την περιβαλλοντική νομοθεσία.

Διαφημίσεις του κλάδου της γούνας που επιχειρούν να την παρουσιάσουν ως ένα φιλικό προς το περιβάλλον προϊόν, έχουν κριθεί ως παραπλανητικές από τις αρμόδιες αρχές σε διάφορες χώρες. Συγκεκριμένα η Advertising Standards Authority (ASA) έκρινε το 2012 ως παραπλανητικό τον ισχυρισμό «It’s eco-friendly to wear fur» σε διαφήμιση της Ευρωπαϊκής Ένωσης Εκτροφέων Γουνοφόρων Ζώων (EFBA). Σύμφωνα με την ASA:

Ο ισχυρισμός «It’s eco-friendly to wear fur» μπορεί να θεωρηθεί ως απόλυτος και επειδή δεν είχαμε επαρκείς αποδείξεις ότι το προϊόν δεν προκαλεί καμία περιβαλλοντική ζημία, λαμβάνοντας υπόψη τον πλήρη κύκλο ζωής του προϊόντος από την παραγωγή μέχρι τη διάθεση, καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι η διαφήμιση είναι πιθανό να παραπλανεί.

Παραπλανητική και ανακριβής κρίθηκε από το Συμβούλιο Ελέγχου Διαφήμισης της Γαλλίας (JDP), και η διαφήμιση της Διεθνούς Ομοσπονδίας Γούνας η οποία δημοσιεύτηκε στο περιοδικό VOGUE τον Σεπτέμβριο του 2018.

Μεταξύ των κυριότερων σημείων που έθεσε το JDP:

  • Όσον αφορά το σκέλος της βιοδιασπασιµότητας της «αληθινής» γούνας που προωθεί η ομοσπονδία γούνας, τα στοιχεία μελέτης που παρουσίασαν για να δικαιολογήσουν τον ισχυρισμό αυτό, δεν υποστηρίζονται από δεδομένα, επομένως ο ισχυρισμός είναι ασυνεπής.
  • Το JDP υπογράμμισε ότι οι «πραγματικές» γούνες είναι επεξεργασμένες με χημικά και η ομοσπονδία γούνας δεν μπόρεσε να το αρνηθεί αυτό κατά τη διάρκεια της ακρόασης.
  • Η εικόνα που παρουσιάζει μια γυναίκα με ένα γούνινο παλτό να περπατάει σε ένα λιβάδι θεωρήθηκε επίσης παραπλανητική.

Όσον αφορά την απλουστευμένη σύνδεση που δημιουργήθηκε από την ομοσπονδία γούνας μεταξύ της συνθετικής γούνας και της ρύπανσης των ωκεανών, θεωρήθηκε υπερβολικά γενική και αβάσιμη η οποία δεν βασίζεται σε στοιχεία, και το Συμβούλιο επεσήμανε τη χρήση αθέμιτης μεθόδου.

Τα καλά νέα είναι ότι η τεχνολογία αναπτύσσεται δημιουργώντας εναλλακτικές οι οποίες χρησιμοποιούν υλικά και τεχνικές φιλικότερες προς το περιβάλλον και οι οποίες σταδιακά θα αντικαταστήσουν την αληθινή γούνα στη μόδα.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η γούνα που παρουσίασε η Stella McCartney τον Σεπτέμβριο του 2019, η KOBA® faux fur, η οποία αποτελείται κατά 37% από φυτικές ίνες (plant-based) το οποίο σημαίνει:

✓ 30% μείωση ενέργειας

✓ 63% μείωση των αερίων του θερμοκηπίου

✓ φιλική προς τα ζώα

Η KOBA Faux Fur αποτελεί την πιο ‘βιώσιμη’ προσπάθεια της εταιρείας, για την εκπλήρωση των στόχων της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή  (IPCC – International Panel on Climate Change) για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά 45% έως το 2030.

KOBA Faux Fur, Pinatex, ModernMeadow, Veja, BioFur, Ecopel,  zoa